Σαν μεθυσμένοι οδηγούμε το βράδυ, αν δεν κάνουμε στάσεις ξεκούρασης αλλά οδηγούμε συνεχόμενα για περισσότερες από δύο-τρεις ώρες, σύμφωνα με επιστημονική έρευνα. Η σχετική μελέτη δεν είναι καινούργια. Έγινε το 2011 σε 14 υγιείς οδηγούς ηλικίας 21 έως 25 ετών. Οι νέοι οδηγούσαν βράδυ για 2 έως 8 ώρες, με σταθερή ταχύτητα 130 km/h στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, συνοδευόμενοι από επιτηρητή. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι μετά από μόλις δύο ώρες στο τιμόνι, οι οδηγοί έκαναν τα ίδια λάθη με αυτά που θα έκαναν αν είχαν ποσότητα 0,05% αλκοόλ στο αίμα τους. Στις τρεις ώρες συνεχόμενης οδήγησης, η απόδοσή τους έπεφτε και άλλο και τα λάθη αντιστοιχούσαν σε ποσότητα αλκοόλ 0,08% στο αίμα, ενώ στις 4,5 ώρες τα λάθη από την κούραση αναλογούσαν σε ποσοστό αλκοόλ 0,10%.
Στο συμπέρασμά τους οι ερευνητές αναφέρουν πως οι οδηγοί θα πρέπει να παίρνουν πολύ στα σοβαρά τη νύστα τους στο τιμόνι, καθώς αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες δυστυχημάτων στους δρόμους. Οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούμε κάποιες φορές τη νύστα μας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη εγρήγορση και την έλλειψη αντανακλαστικών. Οι ερευνητές επισημαίνουν πως διάφορα κόλπα, όπως η δυνατή μουσική ή το άνοιγμα του παραθύρου, δεν βοηθούν ιδιαίτερα. Αυτό που συστήνουν, είναι να μην οδηγούμε συνεχόμενα τη νύχτα πάνω από δύο ώρες. Εισηγούνται μάλιστα αυτό το όριο να θεσμοθετηθεί επισήμως από τις εθνικές νομοθεσίες. Εκτιμάται ότι περίπου το 20% όλων των ατυχημάτων στους δρόμους οφείλεται στη νύστα. Σχετικές έρευνες έχουν δείξει ότι ένας στους τρεις οδηγούς παραδέχεται πως οδηγεί νυσταγμένος το βράδυ και τρεις στους τέσσερις πως οδηγούν κουρασμένοι.